Οι φυσικές καταστροφές, συμπεριλαμβανομένων πλημμυρών, πυρκαγιών, παρατεταμένων καυσώνων, χαλαζοπτώσεων και ισχυρών ανέμων, εκδηλώνονται με κλιμακούμενη συχνότητα και ένταση, επηρεάζοντας καθοριστικά την καθημερινή ζωή, τα περιουσιακά στοιχεία και την οικονομική ευρωστία των πολιτών.
Ειδικότερα στην Ελλάδα, η κατάσταση επιδεινώνεται περαιτέρω λόγω της ανεπάρκειας των υποδομών, οι οποίες δεν έχουν σχεδιαστεί ώστε να αντέχουν σε τέτοια φαινόμενα. Ημιτελή αντιπλημμυρικά έργα, δίκτυα αποστράγγισης που αδυνατούν να ανταπεξέλθουν σε καταρρακτώδεις βροχοπτώσεις, γηρασμένες κατασκευές και περιοχές με ελλιπή χωροταξικό σχεδιασμό, διαμορφώνουν ένα ιδιαιτέρως ευάλωτο περιβάλλον.
Ωστόσο, ακόμη και σε περίπτωση ιδανικών υποδομών, η αλήθεια παραμένει αδιαμφισβήτητη: έναντι της αδυσώπητης δύναμης της φύσης, ο ανθρώπινος παράγοντας καθίσταται εξαιρετικά ευάλωτος. Κάθε μείζον καταστροφικό γεγονός καταδεικνύει ότι, όταν εκδηλωθεί το απροσδόκητο, το οικονομικό κόστος είναι δυσβάσταχτο και η κρατική αρωγή, αν και αναγκαία, συχνά αποδεικνύεται ανεπαρκής ή καθυστερημένη.
Η ασφαλιστική κάλυψη δεν αποτρέπει τη φυσική καταστροφή, αλλά δύναται να προλάβει την οικονομική αποδιάρθρωση που έπεται. Επομένως, το κεντρικό ερώτημα δεν είναι “ποιο είναι το κόστος ενός ασφαλιστηρίου συμβολαίου”, αλλά “ποιο είναι το τίμημα της έκθεσης σε κίνδυνο όταν το απρόβλεπτο καταστεί πραγματικότητα”

